Thursday, September 22, 2011

Σημάδι


Αυτό περίμενα, είναι αλήθεια.
Ότι καιρό τώρα είχα χάσει, το βρίσκω σήμερα.
Είχε καιρό να βρέξει, μα περίμενα αδιάκοπα ένα σημάδι.
Ένα σημάδι αλλαγής που με τρομάζει.
Τον δέχομαι τον φόβο γιατί μαρτυρά πως νιώθω,
άρα πρέπει να υπάρχω.

Υπάρχω για να χάνομαι στο φόβο μιας στάλας,
στον χείμαρρο μιας καταιγίδας που 'χει μέρες να ξεσπάσει.
Κι αν τη μέρα συνοδεύω με βροχές
στις νύχτες μου είναι που θα ψάχνω καταφύγιο από τη μπόρα.
Όταν δαίμονας θα γίνεται η ευχή μου και γαλήνια όνειρα το άγνωστο.

Νιώθω λοιπόν πως μέρες σαν κι αυτές,
που εξυμνούν κάποια νέα τάξη,
που εξαιρούνται του κανόνα, αρνούμενες τη ματαιότητα του όλου μας,
πρέπει να μένουν ξέχωρα από τις άλλες.

Βλέποντας ίσως ρομαντικά αυτήν την κατά τα άλλα μελαγχολική μέρα αρνούμαι να πιστέψω στο τέλος της φθινοπωρινής αυτής εικόνας.
Μετά από κάθε βάναυσο καλοκαίρι ακολουθεί μια συννεφιασμένη ελπίδα,
με κάθε μοναχικό χειμώνα γεννιέται ένα ανοιξιάτικο λουλούδι.


Και σκέφτομαι πως τίποτε δεν είναι μάταιο όσο πεθαίνει και ξαναγεννιέται.






Wednesday, September 14, 2011

Αυτά που με κλειδώνουν


Αυτά που διαγράφω με τη σκέψη,
αυτά που χάνω με μια λέξη
που δεν τόλμησα να πω.
Αυτά που μένουν στο ενδιάμεσο,
βρίσκουν μια αλήθεια κάλπικη.
Αυτά που ορίζουν το κενό μου,
αυτά που γεμίζουν τ' όνειρό μου.

Οι σκέψεις μου σκορπίζονται στον άνεμο 
που αμφίβολα, δειλά
μαρτυρά ένα φθινόπωρο.
Περίεργο που νιώθω τον κόσμο να απομακρύνεται,
μα είμαι εγώ αυτός που φεύγει.
Διατάζω το χρόνο να σταματήσει
σε μια εικόνα που μέσα μου φυτρώνει,
μα στα μισά το μετανιώνω
και χάνεται η εικόνα.
Και εκεί που ζω στο τίποτα,
σ' αυτό το μηδέν χτίζω την ελπίδα.
Την αφήνω.
Μ' αγκαλιάζει γλυκά,
μα ακούω καθάρια μια μέτρηση αντίστροφη.

Αυτά που χτίζουν στο λαιμό μου τη φωνή που χαραμίζω,
να σιγοτραγουδώ αυτά που τις νύχτες μου φοβίζουν.
Αλλάζουν μορφή και με χαράζουν,
γιατί είμαι εγώ εκτός ελέγχου και
χάνω την ανάγκη να 'μαι εγώ.


Νιώθω τα λόγια στην καρδιά μου να χτυπούν.
Μια μελωδία ρυθμική ξενυχτά στα όνειρα μου
και μπλέκω έτσι τη μέρα με τη νύχτα,
γκρεμίζοντας τείχη,
αγαπώντας αυτά που με κλειδώνουν.






Sunday, September 11, 2011

Το κόστος της ευχής


Σαν λαθραίο έγκλημα το φεγγάρι αλυχτά.
Μοιράζομαι τη μικρή ζωή μου.
Στο σύμπαν πουλάω το κορμί μου- μα την ψυχή κρατώ.
Και γίνομαι σοφότερος τη θάλασσα όταν κοιτάω
και γίνεται πυκνότερη η θάλασσα με κάθε λέξη που γεννάω.

Κοιτάω το ρολόι κυνηγώντας τον λεπτοδείκτη.
Ένα λεπτό, ούτε καν, μένει για να (γ)ράψω την ευχή μου.
Ακούω την ανάσα μου να με ξεπερνά,
να χάνω γρήγορα το δρόμο.
Θα είναι σαν να μη συνέβη ποτέ,
σαν να μην έσβησε ο αέρας τη φωτιά,
σαν να μην ταξίδεψε ποτέ η άτυχη χαρά μου στον αέρα,
αν δεν προλάβω το κόστος να πληρώσω.

Στο μπλε λουσμένος ξενυχτώ, θαυμάζω αυτό το τέλος.
Μιλώ με τα κομμάτια της ψυχής μου,
που
σκορπισμένα από τη γέννα,
φοβισμένα στο σκοτάδι ξενυχτούν,
με ένα κερί αναμμένο για φως.
Το κόστος της ευχής,
απλήρωτο.

Θέλω από άστρο μακρινό ένα κερί αναμμένο να κρατήσω,
να αψηφήσω την πληρωμή που άλλοι όρισαν για μένα,
την ευχή να σβήσω με ένα δάκρυ στοργικό
κι ένα φεγγάρι να οδηγεί τον καπνό στο αιώνιο ταξίδι του.

Βαθιά στη γη θαμμένοι οι καπνοί όσων είχαν το θάρρος
να λουστούν στο κόστος των ευχών τους.



















Thursday, September 1, 2011

Μια μέρα μετά το καλοκαίρι


Ξερά φύλλα,
με δύο χέρια να τα αγκαλιάζουν στο τελευταίο ταξίδι τους.
Πτώματα του καλοκαιριού,
η παλέτα αλλάζει χρώματα.
Τραίνα που περιμένεις και δεν έρχονται.
Τραίνα που δεν περίμενες ποτέ να ξανάρθουν.
Κι ο αέρας φυσάει φθινοπωρινός κλαίγοντας στα όνειρα σου.



Ακυρώνω το εισιτήριο με ελπίδα να σε βρω στην άκρη του βαγονιού,
ακυρώνω τη ζωή μου με μια κίνηση, μόνο για λίγη ώρα.
Μετά λέω πως έφτασα εκεί που ήθελα,
μα κρυφά πληγώνομαι που ποτέ δε σε βλέπω τυχαία
και το εισιτήριο τσακίζω, σαν δείγμα δύναμης,
ότι ορίζω κι εγώ κάτι.



Με χρώμα αλλιώτικο θα ουρλιάξει το φθινόπωρο
θα μπει βίαια στη ζωή σου,
χωρίς οίκτο θα αλλάξει τη μικρή σου πραγματικότητα
είτε σε λυτρώνει είτε σε κλειδώνει
δε μπορείς παρά να θαυμάζεις την τελειότητα της αλλαγής.







Thursday, August 25, 2011

Το κατρακύλημα

Κυλάω και αγνοώ το άγνωστο εδώ,
κυλάω κι αγαπώ το ξένο στο εγώ μου
το όνειρο κυλάει στο μάγουλο μου, αμήχανες στιγμές.
Στη ζυγαριά τα λάθη μοιάζουν για μένα σκόνη,
πέτρες που κατρακύλησαν απρόσεχτα στο πέρασμα του χρόνου.

Κυλάω και πριν σκόνη κι εγώ γίνω, αποζητάω μια φωτιά
ακόμη κι αν χρειάστηκε δικές μου νύχτες να κάψω για να ανάψει,
πίσω δεν πάω,
δεν βρίσκω χάρτη να με πάει,
καράβι άξιο για τέτοιο ταξίδι.

Με το χαρτί τη σχέση μου δεν κόβω,
μα ώρες νιώθω ότι με κόβει αυτή.
Και τα κομμάτια που απομένουν,
συνεχίζουν στο αύριο το κατρακύλημα.


Κυλάω στις σκέψεις 
μα κάπου θέλω κι εγώ να ξαποστάσω.
Το ήσυχο λιμάνι που θα αράξω,
το ίσως που θα μου δίνει θάρρος να κοιτώ.
Το λίγο που θα με αγγίζει άπληστα στο κρύο
ζεσταίνοντας με, με ψίχουλα.