Τα μάτια μου δακρύζουν
Ούτε πόνος, ούτε μαχαίρι την καρδιά ματώνει,
έτσι όπως αδιάφορα βασιλεύουν οι μέρες στις ζωές μας.
Το φως αυτό σαν ξαναβλέπω,
αυτό που σαν γαλήνιο άσμα σου υπόσχεται το μέλλον,
αυτό και πάλι με τυφλώνει.
Και δάκρυα χείμαρρους γεννά,
γιατί το μέλλον μου,
στο φως κρυμμένο πια δε βλέπω
κι αν προσπαθήσω να αντικρίσω μια αχτίδα θα με τυφλώσει ξαφνικά.
Έτσι, που σαν ζητιάνος πλέον στο παρόν θα σέρνομαι.
Σαν φιγούρα τραγική
από της λύπης τους βυθούς γλιτώνω
και από της ηδονής την θέωση κρύβομαι
φοβούμενος
μην τυχόν τη φαντασίωση προδώσω.
Λύπη και ηδονή στην πτέρυγα τη δυτική κλεισμένες,
χωρίς παράθυρα να βλέπουν στη ζωή μου.
Γι' αυτό και μόνος όταν κάθομαι την πτέρυγα φαντάζομαι,
τις λύπες έτσι αφήνω να μου πουν γλυκά τραγούδια.
Κι όταν απ' τα τραγούδια κουραστώ, παιχνίδι νέο θα σκαρώσω.
Δήθεν πως ψηλαφώ την ευτυχία μου θα πω.
Κλεισμένη κάπου μακριά η καρδιά μου ξενυχτά,
ανησυχώντας μη σταματήσει να χτυπά και το τίποτα πίσω της αφήσει.
Θα ναι σαν να μην πέρασε από τούτη τη ζωή.
Πόσο λυπάμαι για τη μοίρα της.
Για τα άπειρα τα όνειρα και τις ζωές που στην αδράνεια έχει χαραμίσει.
Τέτοια η δική μου δεν θέλω να γενεί και των ονείρων την δυνατή γητεία κάνω αίμα μου.
Κι όταν την καρδιά μου αφήνω να μιλήσει,
ίσα ίσα για να ξεκουραστεί του ονείρου η πηγή
ελπίζω πως αν σε ανύποπτο χρόνο φτερουγίσει
δείγμα της ύπαρξης της θα αφήσει και έτσι θα αναγεννηθεί.
Κι όταν στο τέλος η πτέρυγα ανοίξει,
γιατί το τέλος περιμένει,
τα μάτια μου τυφλά ως είναι θα αρνηθούν το βλέμμα να χαρίσουν.
Αυτά που εγώ ονειρευόμουν πως υπάρχουν
για πάντα θα 'ναι εκει,
χωρίς να πρέπει πια να εμπιστεύομαι τα μάτια.
Μόνο η καρδιά και τ' όνειρο θα μου σιγοψιθυρίζουν
πως τόσο καιρό την πτέρυγα κρατούσα στην καρδιά μου και
ιδανική την έπλασα,
ώστε στου δρόμου τα μισά να μην τα παρατήσω.
Γυρνώ την πλάτη στη εικόνα που τόσο με τυφλώνει.
Ίσως με τον τρόπο μου κι εγώ πτέρυγες δυτικές να χτίζω.
Ποιος άραγε να έχτιζε με τη ζωή του, τη δικιά μου;
Ούτε πόνος, ούτε μαχαίρι την καρδιά ματώνει,
έτσι όπως αδιάφορα βασιλεύουν οι μέρες στις ζωές μας.
Το φως αυτό σαν ξαναβλέπω,
αυτό που σαν γαλήνιο άσμα σου υπόσχεται το μέλλον,
αυτό και πάλι με τυφλώνει.
Και δάκρυα χείμαρρους γεννά,
γιατί το μέλλον μου,
στο φως κρυμμένο πια δε βλέπω
κι αν προσπαθήσω να αντικρίσω μια αχτίδα θα με τυφλώσει ξαφνικά.
Έτσι, που σαν ζητιάνος πλέον στο παρόν θα σέρνομαι.
Σαν φιγούρα τραγική
από της λύπης τους βυθούς γλιτώνω
και από της ηδονής την θέωση κρύβομαι
φοβούμενος
μην τυχόν τη φαντασίωση προδώσω.
Λύπη και ηδονή στην πτέρυγα τη δυτική κλεισμένες,
χωρίς παράθυρα να βλέπουν στη ζωή μου.
Γι' αυτό και μόνος όταν κάθομαι την πτέρυγα φαντάζομαι,
τις λύπες έτσι αφήνω να μου πουν γλυκά τραγούδια.
Κι όταν απ' τα τραγούδια κουραστώ, παιχνίδι νέο θα σκαρώσω.
Δήθεν πως ψηλαφώ την ευτυχία μου θα πω.
Κλεισμένη κάπου μακριά η καρδιά μου ξενυχτά,
ανησυχώντας μη σταματήσει να χτυπά και το τίποτα πίσω της αφήσει.
Θα ναι σαν να μην πέρασε από τούτη τη ζωή.
Πόσο λυπάμαι για τη μοίρα της.
Για τα άπειρα τα όνειρα και τις ζωές που στην αδράνεια έχει χαραμίσει.
Τέτοια η δική μου δεν θέλω να γενεί και των ονείρων την δυνατή γητεία κάνω αίμα μου.
Κι όταν την καρδιά μου αφήνω να μιλήσει,
ίσα ίσα για να ξεκουραστεί του ονείρου η πηγή
ελπίζω πως αν σε ανύποπτο χρόνο φτερουγίσει
δείγμα της ύπαρξης της θα αφήσει και έτσι θα αναγεννηθεί.
Κι όταν στο τέλος η πτέρυγα ανοίξει,
γιατί το τέλος περιμένει,
τα μάτια μου τυφλά ως είναι θα αρνηθούν το βλέμμα να χαρίσουν.
Αυτά που εγώ ονειρευόμουν πως υπάρχουν
για πάντα θα 'ναι εκει,
χωρίς να πρέπει πια να εμπιστεύομαι τα μάτια.
Μόνο η καρδιά και τ' όνειρο θα μου σιγοψιθυρίζουν
πως τόσο καιρό την πτέρυγα κρατούσα στην καρδιά μου και
ιδανική την έπλασα,
ώστε στου δρόμου τα μισά να μην τα παρατήσω.
Γυρνώ την πλάτη στη εικόνα που τόσο με τυφλώνει.
Ίσως με τον τρόπο μου κι εγώ πτέρυγες δυτικές να χτίζω.
Ποιος άραγε να έχτιζε με τη ζωή του, τη δικιά μου;