Showing posts with label Dario Marianelli. Show all posts
Showing posts with label Dario Marianelli. Show all posts

Sunday, May 1, 2011

Η μοναδική αλήθεια

Ταξιδεύω σε θάλασσες βαθιές
που μέρα με τη μέρα όλο και πιο σκοτεινές γίνονται.

Των ονείρων και των σκέψεων το βάρος είναι μέγα,
τόσο που σαν ξαποσταίνεις στο γαλάζιο της τοπίο και 
της καρδιάς σου την αρρώστια της εμπιστεύεσαι
εκείνη βυθίζεται χειρότερα στην άμμο και στα βράχια.


Τόσα ψέμματα και αλήθειες ξεπλένονται στην άμμο.
Τόση παρηγοριά που παίρνει ο οδοιπόρος βυθίζοντας τη θάλασσα πιο μέσα.
Και όταν για λίγο στην ησυχία αφεθεί
το γαλάζιο πέπλο ξετυλίγει και το απόμακρο νανούρισμα της σιωπής την ηρεμεί.

Μια τέτοια θάλασσα και σένα η ψυχή σου που βαθαίνει μέρα με τη μέρα .
Γιατί τα υπομένει η θάλασσα σου;
Ποια ελεύθερη βούληση σε φέρνει ξανά στην ίδια μοίρα;
Με τόσα δάκρυα που χύνονται τη μέρα
θα φταναν το γλυκό νερό της λύτρωσης σου να μολύνουν.

Την αλήθεια μου ψάχνω να βρω σε χίλια πρόσωπα.
Ξεχνώ καμιά φορά την αλήθεια της ψυχής
που στο σώμα μου έχει παγιδευτεί εδώ και χρόνια.
Το αθέατο κομμάτι του εαυτού μου, η μοναδική αλήθεια.




Tuesday, March 15, 2011

Βυθισμένα στρατιωτάκια

Το μέλλον μας χαμένο.
Οι κραυγές μας νεκρές κείτονται στο πλάι.
Οι ζωές μας βυθισμένες.
Πριν λίγο έπαιζα ονειρεύοντας έναν καθάριο ουρανό.
Πριν λίγο σκόπευα τον κόσμο να κρατήσω με μια μου σκέψη. Οι φίλοι μου, σύμμαχοι στην τρέλα με υποστήριζαν. Ακόμα και τώρα το ίδιο. Τους βλέπω καθαρά και τα πρόσωπα τους λάμπουν μέσα στο νερό. Κλαίω μα τα δάκρυα μου γίνονται ένα με το νερό γύρω μου, με το κρεβάτι που κοιμόμουν και με το σπιτάκι του σκύλου μου.

"Βοήθεια",
φωνάζω στους στρατιώτες μου.
Ακίνητοι κι αυτοί συνεχίζουν την πορεία τους προς το Θεό
 "Ανάμεσά τους, να μαι!"
 ,λέω και τους ξεκλέβω λίγη από τη χθεσινή τους δόξα.

Πρόσωπα, πρόσωπα... όλα ακίνητα με κλειστά μάτια και πόσο φοβάμαι να τους ξυπνήσω.. Χρειάστηκε να βυθιστώ λίγο ακόμα για να δω τη γαλήνη στα τρομαγμένα τους βλέμματα.
Η σιγουριά ότι δεν θα ξανακλάψουν ποτέ.
Και αν κλάψουν ο ωκεανός θα γεμίσει από τα δάκρυα τους και θα σηκώσει κύμα πελώριο. Θα καλύψει για μια ακόμη φορά τον κόσμο,
ξένο πια, για εκείνους.


"Τι γυρεύω εδώ;",
αναρωτιέμαι και φθάνω στο βυθό.
Το φως του ήλιου με χτυπά στο πρόσωπο.
Νερό παντού, κατεστραμμένες ζωές και εγώ στη μέση.
Χτίζω γέφυρες στους κόσμους σαν τους βυθισμένους μου στρατιώτες.

Ανοίκεια εικόνα της παιδικής μου φαντασίωσης,
φωνή αυτών που για πάντα κοιμούνται στο βυθό:
"Το κύμα μας χωρίζει, μας βυθίζει, μας στοιχειώνει
Μέχρι να μας ενώσει σαν ένα για μια ακόμη φορά"