Showing posts with label Ευανθία Ρεμπούτσικα. Show all posts
Showing posts with label Ευανθία Ρεμπούτσικα. Show all posts

Sunday, August 14, 2011

Ανάξια στο δύο;


Και να που γέμισε ο κόσμος με φεγγάρι
μα ακόμη μόνος στο δρόμο περπατώ.
Κυνηγημένος, τρελαμένος από τη λάμψη του τη φοβερή
σήμερα αράζω στην οργή του.

Με το βλέμμα καθάριο, την αντανάκλαση κοιτώ
και με φιγούρα ονειρική
παρμένη από πάθος
στη θάλασσα βλέπω τ' όνειρο μου.

Αλίμονο, που πότισα τη θάλασσα με δάκρυ,
μα μόνο έτσι τη νιώθω να μου χαρίζει λόγο.
Μη φοβάσαι, ακούω μες το κύμα.
Μη λυπάσαι για τη μοναξιά σου.
Είναι η αγάπη δύσκολη,
σπάνιο αγαθό να βρίσκει κανείς μια τέτοια νύχτα.
Κι όσοι μαζί χάνονται στο απέραντο τούτο φως,
σύνολο μεγαλύτερο απ' τους μόνους δεν ορίζουν.

Και είναι να αναρωτιέσαι ποιος είναι αλήθεια μόνος;
Αυτός που αγαπά με κάθε φεγγάρι το ένα του;
Ή αυτός που κρύβεται δειλά, ανάξια στο δύο;









Saturday, June 4, 2011

Πως το 1 γίνεται 0


Στα μάτια σου, το μηδέν μου έπλασα.
Και μέσα από χιλιάδες όνειρα, σε ξένα μαξιλάρια σε φαντάστηκα.
Σε ονειρεύτηκα να είσαι όπως τότε.
Ο καπνός στο χαμένο σου πρόσωπο, τα χρόνια δίκαια σου φέρθηκαν
κι εγώ με τη θρησκεία μου σε λάτρεψα. Με την αμαρτία μου σε επιβεβαίωσα.


Στην άμμο θα χτίζω για πάντα τα όνειρα μου γιατί φοβάμαι πως όταν σε ονειρεύομαι για πολύ στις θάλασσες τις ξένες θα ψάχνω να βρω μια ιστορία να μαζέψω από το βυθό.
Ένα χαμένο ναυάγιο να ανακαλύψω, μια άγκυρα σκουριασμένη να μου γεννήσει ιστορίες για ταξίδια μαγευτικά.
Και όταν τα δάκρυα μου για τους χαμένους κόσμους στεγνώσουν, σε εσένα θα στραφώ.
Από μπροστά το κύμα και από πίσω ο φόβος μου να χτίζει ξένες πολιτείες.

Είναι το καινούριο καλοκαίρι τόσο μόνο.
Είναι οι θάλασσες ικανές να κρύψουν τα πάντα στο βυθό,
δέχονται χωρίς μιλιά στις σκέψεις μου να δώσουν στέγη και σήμερα.
Κι εγώ τόσο ανίκανος με τα δάκρυα μου θάλασσες καινούριες να ορίσω.


Πως ο χρόνος και σήμερα σε θυμίζει ξανά...
Πως του καλοκαιριού η αυγή τα μάτια σου μιμείται...
Με ξεγελούν και το μηδέν μου πάλι σκέφτομαι που τόσους μήνες μάταια προσπαθούσα να κάνω 1.



Tuesday, April 26, 2011

Πεφταστέρια, πρίγκηπες και άγγελοι μακρινοί


Θλιμμένε πρίγκηπα γιατί κλαις τις νύχτες;

Σαν πως νομίζεις ότι μόνος σου κυλιέσαι στης νύχτας τα καμώματα;
Μόνος εσύ στα όνειρα σου, μακριά και εγώ στους δικούς μου εφιάλτες.
Άγνωστα πεπρωμένα όρισαν τις ζωές μας
μα σαν τα δάκρυα σου φαντάζομαι σκίζομαι στα δυο.

Είναι η αλήθεια μήπως, πως το φως του φεγγαριού κι εσύ φοβάσαι όπως εγώ;
Τα νέα τις αιώνιας αρρώστιας της καρδιάς πετούν σαν τα πουλιά για μια ακόμη φορά.
Αν το κακό μαντάτο δεν σε θλίβει τότε γιατί της μοναξιάς σου την ασχήμια δεν συγχωρείς;

Αν την αγάπη την αγνή έθαψες, τα όνειρα μου κάτω από το χώμα, γιατί ζητάς να λυτρωθείς από θεϊκές δυνάμεις;
Είναι άγγελοι και δαίμονες υπεύθυνοι μήπως για την τωρινή σου ασχήμια ή ο κόσμος που σου όρισαν δεν είναι αρκετός για την αγνή ψυχή σου; 
Είναι το βλέμμα σου πολύ για τα παλάτια που 'χτισες για να κοιτάς;


Το δρόμο τον άγνωστο υπηρετείς κι εγώ σαν γνώριμος φίλος σου παλιός
καλά θα λέω πως περνούν οι μέρες μου, ενώ κρυφογελώ με κάθε σου κίνηση.
Σ’ακολουθώ γιατί μου είναι τόσο εύκολο να ακούω την ψυχή μου στην ψυχή σου.
Ο ήλιος δύει σαν και τότε, όμως με κάθε χαμόγελο που περιμένω σκοτώνω τις μέρες που είναι γραμμένες για μένα.

Κι αν κλαις τις νύχτες για τα άστρα που χάνονται
- να, σαν και σήμερα φαίνονται χιλιάδες οι νεκροί- 
είναι επειδή τη συμπόνια σου δεν κρύβεις, αδέρφια σου αφού είναι.
Κι αν κλαις επειδή τη μοίρα σου γνωρίζεις;
Με το σπαθί σου κόβεις τη ζωή σου. 
Κι όμως αίμα δικό σου δεν θα βγει, μόνο κομμάτια της ψυχής μου.
Ένα ένα αν τα μετράς χίλιες ζωές δεν φτάνουν,
σαν τα άστρα κι αυτά, όταν θα λάμπουν θα χουν πεθάνει ήδη.

Μην με κοιτάς κρυφά θλιμμένε πρίγκηπα μου,
είτε είσαι εσύ, είτε με το είδωλο μου σε μπερδεύω, σημασία πια δεν έχει.
Ζωή κι εσύ, κι εγώ κρατούμε στις καρδιές μας.
Ψυχή εσύ, ψυχή κι εγώ, ένα γινόμαστε
και στ’όνειρο θα βρίσκουμε παρηγοριά.
Όμως σαν το σώμα σου αντικρίσω,
φορέα τωρινό της αιώνιας ψυχής σου,
τίποτα δεν θα ΄χει αλλάξει.

Σαν και χθες τα δάκρυα σου θ’αναζητώ για ν’αγαπήσω,
μήπως στην πορεία κι αυτά με αγαπήσουν,
ώστε στο τέλος του βιβλίου κάποια λύτρωση να λέω ότι βρήκα.