Wednesday, March 30, 2011

Γυάλινες τύχες


Την καρδιά ο πληγωμένος κλείνει στο γυαλί. 

Προστατευμένη,παγωμένη, θα κοιμάται. 
Άστρα γυάλινα, ήλιοι  ζωγραφισμένοι σε τζάμια γεννιούνται. Εικόνες που η βροχή δεν μπορεί να παρασύρει. Εκεί μια γυάλινη φωτιά θα καίει να ζεσταίνει το πραγματικό νόημα της ζωής των γυάλινων ανθρώπων.

Φίλοι γυάλινοι και θάλασσες γεννιούνται, σταματημένες. Τα κύματα στο γυαλί σταματούν στον αέρα και αιωρούνται αιώνια περιμένοντας να ξεσπάσουν σε κάποιο αθώο βράχο.
Το δάκρυ σταματά στο μάγουλο και παγιδεύεται για μια ολόκληρη ζωή στο ενδιάμεσο. Ποτέ δεν θα έχει πέσει ούτε θα έχει εκτονώσει του γυάλινου κορμιού σου το άγριο συναίσθημα.

Τη νύχτα τα γυάλινα παιδιά ακουμπούν τα κρύα δάχτυλα τους στο τζάμι και περιμένουν το άγγιγμα μας να νιώσουν. Γυάλινα όνειρα θα κάνουν το βράδυ, όσα από του χρόνου τη σιωπή γλιτώνουν και σε αυτά τη γαλήνη τους θα ονειρεύονται.

Οι γυάλινοι άνθρωποι με γυάλινη αγάπη γιορτάζουν το είναι τους. Και όταν συναντήσει το γυαλί τη θερμή αγάπη μας να πως ραγίζει. Και γυάλινα φιλιά σπάνε σε χίλια κομμάτια, και με τις στάλες της βροχής και τη ροή του ανέμου τα θραύσματα πέφτουν στη γη. Και οι γυάλινοι άνθρωποι κλαίνε και γελάνε με τις τύχες μας. 

Τυφλοί από τα θραύσματα πορευόμαστε και με αυτά μιλάμε για παραμύθια και νύχτες δίπλα στη φωτιά. Με μικρά θραύσματα γυαλιού χτίζουμε των αγέννητων ονείρων μας τα θεμέλια και γυάλινες τύχες ορίζουν τις εύθραυστες ζωές μας.

Και σαν το βλέμμα τον καθρέφτη αντικρίσει, άλλα μάτια θα αντικρίζουν το θολό είδωλο.



Thursday, March 24, 2011

Παντού το ίδιο όνομα

Το φως.. σε τυφλώνει..
Από που έρχεται;
Το σκοτάδι ψάχνει την αλήθεια του στο φως και εσύ ψάχνεις τις δικές σου στο σκοτάδι. Εκεί που κρύβονται, εσύ τις κυνηγάς. Πέρα από δάση, θάλασσες, βουνά. Εκεί έψαξες από την αρχή.

Το μέρος που σου απομένει είναι οι άνθρωποι και εκεί εναποθέτεις τις τελευταίες σου ελπίδες. Το παιδικό γέλιο σε κάνει να χαμογελάς, σαν παιδί για μια ακόμη φορά. Όμως κάτι σου λείπει.
Χαιρετάς το χαμόγελο και στηρίζεσαι στο δάκρυ. Ξυπνάς τα νεκρά σου δάκρυα, στεγνωμένα πια στο μαξιλάρι σου. Θυμάσαι τον λυτρωτικό σου πόνο, αλλά κάτι σου λείπει.


Και να που η άνοιξη στήνει χορό μαγικό. Γύρω από του χρόνου τη φωτιά σε καλωσορίζει.. Και το γλυκό πρωινό, το γέλιο εμφανίζεται στην ανθισμένη πόρτα. Και γύρω του, φτερωτή η ελπίδα τρεμοπαίζει.
"Πρόσεχε" της φωνάζω.. δεν θέλω να καεί και αυτή και το πτώμα της να θάψω μαζί με τα άλλα. Στο κοιμητήριο του ονείρου μου μοιάζουν  σταυροί χιλιάδες και τα κόκαλα αμέτρητα. Τις νύχτες τα γυμνά μου χέρια με πνίγουν και με θάβουν. Οι ταφόπλακες όλες γράφουν το ίδιο όνομα.

Οι ανησυχίες μου με γλυκά τραγούδια με ξελογιάζουν .. Στο σίγουρο τραγούδι των σειρήνων αφήνομαι και ξεχνώ τη φτερωτή ελπίδα.


Tuesday, March 15, 2011

Βυθισμένα στρατιωτάκια

Το μέλλον μας χαμένο.
Οι κραυγές μας νεκρές κείτονται στο πλάι.
Οι ζωές μας βυθισμένες.
Πριν λίγο έπαιζα ονειρεύοντας έναν καθάριο ουρανό.
Πριν λίγο σκόπευα τον κόσμο να κρατήσω με μια μου σκέψη. Οι φίλοι μου, σύμμαχοι στην τρέλα με υποστήριζαν. Ακόμα και τώρα το ίδιο. Τους βλέπω καθαρά και τα πρόσωπα τους λάμπουν μέσα στο νερό. Κλαίω μα τα δάκρυα μου γίνονται ένα με το νερό γύρω μου, με το κρεβάτι που κοιμόμουν και με το σπιτάκι του σκύλου μου.

"Βοήθεια",
φωνάζω στους στρατιώτες μου.
Ακίνητοι κι αυτοί συνεχίζουν την πορεία τους προς το Θεό
 "Ανάμεσά τους, να μαι!"
 ,λέω και τους ξεκλέβω λίγη από τη χθεσινή τους δόξα.

Πρόσωπα, πρόσωπα... όλα ακίνητα με κλειστά μάτια και πόσο φοβάμαι να τους ξυπνήσω.. Χρειάστηκε να βυθιστώ λίγο ακόμα για να δω τη γαλήνη στα τρομαγμένα τους βλέμματα.
Η σιγουριά ότι δεν θα ξανακλάψουν ποτέ.
Και αν κλάψουν ο ωκεανός θα γεμίσει από τα δάκρυα τους και θα σηκώσει κύμα πελώριο. Θα καλύψει για μια ακόμη φορά τον κόσμο,
ξένο πια, για εκείνους.


"Τι γυρεύω εδώ;",
αναρωτιέμαι και φθάνω στο βυθό.
Το φως του ήλιου με χτυπά στο πρόσωπο.
Νερό παντού, κατεστραμμένες ζωές και εγώ στη μέση.
Χτίζω γέφυρες στους κόσμους σαν τους βυθισμένους μου στρατιώτες.

Ανοίκεια εικόνα της παιδικής μου φαντασίωσης,
φωνή αυτών που για πάντα κοιμούνται στο βυθό:
"Το κύμα μας χωρίζει, μας βυθίζει, μας στοιχειώνει
Μέχρι να μας ενώσει σαν ένα για μια ακόμη φορά"


Saturday, March 12, 2011

Πως φθάσαμε στη γη

Το θέμα με τ' αστέρια είναι ότι δεν ξέρεις αν είναι εν ζωή ή πετούν με τις χαμένες ψυχές σε κόσμους δίπλα μας. Να τα μετρήσεις δεν μπορείς αλλά όσα και αν είναι σίγουρα ένα εκεί πάνω γράφει το όνομα σου. Δεν είναι δικό σου. Δεν είναι ιδιοκτησία σου αλλά ζει και λάμπει για σένα περιμένοντας. Περιμένει τη στιγμή που θα πέσει κοντά σου.

Αλλάζεις τροχιά και κινείσαι χωρίς φτερά στον κόσμο των ονείρων. Ονειρεύεσαι περισσότερο ξύπνιος και εύχεσαι να μην ξανακοιμηθείς ποτέ.
Πόσα χάνεις όταν κυλιέσαι μακριά μου μικρό μου;
Πόσα κερδίζω όταν σβήνεις και πέφτεις στη γη κοντά μου; Ο θάνατος σου χαροποιεί τους πάντες, μαζί και μένα. Πιο κοντά το αστέρι μου κρατώ, σκέφτομαι... σκέφτομαι... νιώθω καλά.

Κοιτώ πίσω στον ουρανό. Λευκά σημάδια παντού και η κούνια στον αέρα να νανουρίζει ένα αόρατο μωρό.. Το φως το φεγγαριού το ηρεμεί και αυτή γυρνά πίσω στο να προσέχει και τα παιδιά της στη Γη. Και έτσι μας χαρίζει το μητρικό της φως.

Επιλογές. Πίσω ή μπροστά; Μαζί ή χώρια;
Η καλύτερη δεν βρίσκεται στα αστέρια του ουρανού. Κοιμάται γλυκά στην καρδιά μας. Βρίσκεται σε εμάς που καμιά φορά ξεχνάμε ότι είμασταν και εμείς κάποτε αστέρια.
..ή είμαστε ακόμη;





Monday, March 7, 2011

Αυτές τις κρύες νύχτες της άνοιξης

Αυτές τις κρύες νύχτες της άνοιξης ντυνόμαστε με μάσκες και μαντήλια και γιορτάζουμε έναν άλλο μας εαυτό. Κρύβουμε βαθιά τον εαυτό μας κάτω από τη χαρά της μάσκας. Η μάσκα παίρνει μια μόνο έκφραση και μας ανακουφίζει.
Τώρα τελευταία κάθε έκφραση σου ήταν προσπάθεια. Κάθε προσπάθεια κούραση. Ξεκουράσου πίσω από τη μάσκα και απόλαυσε την καινούρια σου ελευθερία. Σήμερα παντρεύεις το άγριο πνεύμα με τη ζωντάνια που τόσο καιρό δέσμευες σε κελί χωρίς φως.

Καθάριος από τον παλιό σου εαυτό προχωράς στην καινούρια σου ζωή. Φορώντας το καινούριο σου δέρμα αλωνίζεις στους δρόμους και βλέπεις τα πάντα καινούρια αν και παλιά. Ενθύμια του παλιού σου εαυτού σε κυνηγούν τη νύχτα. Αυτά ήταν ο λόγος που άλλαξες. Γύρευαν τη λύτρωση, του κύκλου την τροχιά στη ψυχή σου να χαράξουν.Τα σκοτώνεις με την πρώτη ευκαιρία.

Αυτές τις κρύες νύχτες της άνοιξης, γελάς και συγχωρείς τις στάλες της βροχής που πάλι απρόσεχτες καταλήγουν στο πρόσωπο σου. Τις αφήνεις να περάσουν αδιάφορα και να συνεχίσουν το ατελείωτο ταξίδι τους για το σπίτι. Θυμάσαι τη ζεστασιά του δικού σου.  Θυμάσαι πως μεγάλωσες πια και ίσως δεν ξανανιώσεις ποτέ το ίδιο. Οι στάλες κάνουν κύκλο και επιστρέφουν και πάλι από εκεί που ξεκίνησαν. Το ίδιο και εσύ.

Oι κρύες νύχτες, πληγωμένες από τον χειμώνα βρίσκουν παρηγοριά στην αγκαλιά της άνοιξης. Το επόμενο πεφταστέρι θα κρατά μια παρόμοια ευχή και για σένα, σκέφτεσαι ... το αόρατο φως της ευχής σου σε νανουρίζει γλυκά.