Wednesday, May 11, 2011

Οι αισθήσεις και η ματαιότητά τους



Ξυπνάω απ' το όνειρο με μάτια ιδρωμένα,
με φιλιά σβησμένα στον αέρα που αναπνέω.Το σώμα μου θυμάται ακόμα τη φλόγα τη γνωστή
και πιο κοντά στην ανθρωπιά κυλιέται,
ανακουφισμένο που οι φήμες ότι είναι παγωμένο, ξεχάστηκαν.
Το σώμα μου, παίρνοντας φλόγα για μια ακόμη φορά
Τα χέρια μου, δίνοντας τη φλόγα σε ξένο σώμα.


Ξυπνάω και ανασταίνω τις αισθήσεις μου μία μία...

Ακόμα και αν τα μάτια μου κλείσω είναι τρομερές οι εικόνες που θυμάμαι.
Το οξυγόνο, που δίνει τη ζωή, σαν κόκκινες σκέψεις ορκίζομαι πως θα το μυρίζω.
Τα χέρια μου ακόμα μουδιάζουν, πριν το πύρινο σώμα καταγράψουν σε χαρτί.
Και όπως οι ανάσες μαρτυρούν τα κρυφά μυστικά,
τον πόνο και την ηδονή, 
που κρύβω με κάθε ανούσιο χαμόγελο
αρχαίοι θα είναι οι ήχοι που τα αυτιά θα σαγηνεύσουν.
Στο τέλος ένα στόμα που με τόση (στ)οργή,
                        δάκρυα το τάιζες.

Ακόμα και τώρα οι αισθήσεις ανασταίνονται
κι εγώ λόγο στη ματαιότητα τους, δίνω.
Να ξεπεράσουν τα άγνωστα όνειρα, την ξένη φλόγα,
που τόσο γρήγορα τη θέση της δίνει
και σε αγάπες φανταστικές εναποθέτει τις τελευταίες της ελπίδες.



Wednesday, May 4, 2011

Μη μ' αφήσεις ποτέ

Ζω, γελάω και πονώ.
Μέσα από της τύχης και της θέλησης την άκρη γεννήθηκα ξανά, και στον ίδιο κύκλο βρίσκομαι.
Βιάζομαι να γίνω το μέλλον μου, βιάζομαι να γίνω αυτό που φοβάμαι τις νύχτες.

Ζω και αγαπώ
Σαν τους ανθρώπους κι εγώ της αγάπης το φιλί πια δεν αρνούμαι...
Και όταν το πάπλωμα αγκαλιάζω ξένα χέρια με αγγίζουν και στο ανοίκειο χάδι στηρίζομαι.
Είναι η ζωή για να αγαπάς και η αγάπη σου ζωή, ξανά στον ίδιο κύκλο.

Ζω και ξαναζώ παλεύοντας για να δώσω αλήθεια στο είναι μου, σε έναν κόσμο που συνεχίζει τα μάτια του να κλείνει.

Πόσο διαφορετικές μπορεί να είναι οι ζωές μας;
Πόσο διαφορετικός είναι ο αέρας που αναπνέουμε και πόσο διαφορετικά είναι τα αισθήματα που γεννιούνται στις καρδιές μας τις κρύες νύχτες που νομίζουμε ότι γεννήθηκαν μόνο για μας;
Πατάω σε γη χιλιοπατημένη, αγαπημένη από πολλούς και μισητή απ' άλλους τόσους.
Μα δεν λυπάμαι για κανέναν τους, μόνο για εκείνους που τη ζωή τους άσκοπα άφησαν να κυλήσει και δεν κατάλαβαν τι έδαφος πατάνε.
Γι' αυτούς πονάω και ούτε το αίμα μου, από τον κόσμο τους τον σκοτεινό, δεν τους λυτρώνει.
Ακόμα και αυτοί που με τη γη σχέση σταθερή δεν έχουν,
έτσι που για ζωή έχουν τ' όνειρο και πλέκουν την πορεία τους με μαεστρία φανταστική,
με κάθε δάκρυ την πραγματικότητα του κόσμου τους επαληθεύουν.
Κι έτσι τον πόνο τους γνέθουν κρυφά σε μια ανέμη μαγική που χρόνια αργότερα ακόμα λάμπει απ' την μαγεία.

Είναι η φωνή μου δυνατή μα κλείνω κι εγώ τα μάτια.
Είναι τα μάτια μου ορθάνοιχτα μα, πως δεν μπορώ άχνα να βγάλω, λέω,
στον πόνο αυτού του κόσμου.
Μα όταν η φωνή μου ακουστεί και τα μάτια μου κοιτάξουν
τίποτα δεν θα 'ναι πια διαφορετικό
και κάτω από τον ίδιο ουρανό θα κεντάμε τα όνειρα μας,
όλοι σαν ένα.
Γι' αυτό να μην ζηλεύεις την σύντομη ζωή μου,
γιατί με άλλα σταθμά εγώ θα έχω ζήσει.


Για όσους είχαν μια σύντομη ζωή
 Για όσους παλεύουν για να δικαιώσουν το είναι τους
 Για αυτούς που είπαν "μη μ' αφήσεις ποτέ"




Sunday, May 1, 2011

Η μοναδική αλήθεια

Ταξιδεύω σε θάλασσες βαθιές
που μέρα με τη μέρα όλο και πιο σκοτεινές γίνονται.

Των ονείρων και των σκέψεων το βάρος είναι μέγα,
τόσο που σαν ξαποσταίνεις στο γαλάζιο της τοπίο και 
της καρδιάς σου την αρρώστια της εμπιστεύεσαι
εκείνη βυθίζεται χειρότερα στην άμμο και στα βράχια.


Τόσα ψέμματα και αλήθειες ξεπλένονται στην άμμο.
Τόση παρηγοριά που παίρνει ο οδοιπόρος βυθίζοντας τη θάλασσα πιο μέσα.
Και όταν για λίγο στην ησυχία αφεθεί
το γαλάζιο πέπλο ξετυλίγει και το απόμακρο νανούρισμα της σιωπής την ηρεμεί.

Μια τέτοια θάλασσα και σένα η ψυχή σου που βαθαίνει μέρα με τη μέρα .
Γιατί τα υπομένει η θάλασσα σου;
Ποια ελεύθερη βούληση σε φέρνει ξανά στην ίδια μοίρα;
Με τόσα δάκρυα που χύνονται τη μέρα
θα φταναν το γλυκό νερό της λύτρωσης σου να μολύνουν.

Την αλήθεια μου ψάχνω να βρω σε χίλια πρόσωπα.
Ξεχνώ καμιά φορά την αλήθεια της ψυχής
που στο σώμα μου έχει παγιδευτεί εδώ και χρόνια.
Το αθέατο κομμάτι του εαυτού μου, η μοναδική αλήθεια.




Tuesday, April 26, 2011

Πεφταστέρια, πρίγκηπες και άγγελοι μακρινοί


Θλιμμένε πρίγκηπα γιατί κλαις τις νύχτες;

Σαν πως νομίζεις ότι μόνος σου κυλιέσαι στης νύχτας τα καμώματα;
Μόνος εσύ στα όνειρα σου, μακριά και εγώ στους δικούς μου εφιάλτες.
Άγνωστα πεπρωμένα όρισαν τις ζωές μας
μα σαν τα δάκρυα σου φαντάζομαι σκίζομαι στα δυο.

Είναι η αλήθεια μήπως, πως το φως του φεγγαριού κι εσύ φοβάσαι όπως εγώ;
Τα νέα τις αιώνιας αρρώστιας της καρδιάς πετούν σαν τα πουλιά για μια ακόμη φορά.
Αν το κακό μαντάτο δεν σε θλίβει τότε γιατί της μοναξιάς σου την ασχήμια δεν συγχωρείς;

Αν την αγάπη την αγνή έθαψες, τα όνειρα μου κάτω από το χώμα, γιατί ζητάς να λυτρωθείς από θεϊκές δυνάμεις;
Είναι άγγελοι και δαίμονες υπεύθυνοι μήπως για την τωρινή σου ασχήμια ή ο κόσμος που σου όρισαν δεν είναι αρκετός για την αγνή ψυχή σου; 
Είναι το βλέμμα σου πολύ για τα παλάτια που 'χτισες για να κοιτάς;


Το δρόμο τον άγνωστο υπηρετείς κι εγώ σαν γνώριμος φίλος σου παλιός
καλά θα λέω πως περνούν οι μέρες μου, ενώ κρυφογελώ με κάθε σου κίνηση.
Σ’ακολουθώ γιατί μου είναι τόσο εύκολο να ακούω την ψυχή μου στην ψυχή σου.
Ο ήλιος δύει σαν και τότε, όμως με κάθε χαμόγελο που περιμένω σκοτώνω τις μέρες που είναι γραμμένες για μένα.

Κι αν κλαις τις νύχτες για τα άστρα που χάνονται
- να, σαν και σήμερα φαίνονται χιλιάδες οι νεκροί- 
είναι επειδή τη συμπόνια σου δεν κρύβεις, αδέρφια σου αφού είναι.
Κι αν κλαις επειδή τη μοίρα σου γνωρίζεις;
Με το σπαθί σου κόβεις τη ζωή σου. 
Κι όμως αίμα δικό σου δεν θα βγει, μόνο κομμάτια της ψυχής μου.
Ένα ένα αν τα μετράς χίλιες ζωές δεν φτάνουν,
σαν τα άστρα κι αυτά, όταν θα λάμπουν θα χουν πεθάνει ήδη.

Μην με κοιτάς κρυφά θλιμμένε πρίγκηπα μου,
είτε είσαι εσύ, είτε με το είδωλο μου σε μπερδεύω, σημασία πια δεν έχει.
Ζωή κι εσύ, κι εγώ κρατούμε στις καρδιές μας.
Ψυχή εσύ, ψυχή κι εγώ, ένα γινόμαστε
και στ’όνειρο θα βρίσκουμε παρηγοριά.
Όμως σαν το σώμα σου αντικρίσω,
φορέα τωρινό της αιώνιας ψυχής σου,
τίποτα δεν θα ΄χει αλλάξει.

Σαν και χθες τα δάκρυα σου θ’αναζητώ για ν’αγαπήσω,
μήπως στην πορεία κι αυτά με αγαπήσουν,
ώστε στο τέλος του βιβλίου κάποια λύτρωση να λέω ότι βρήκα.




Wednesday, April 20, 2011

Λευκές σελίδες

Λευκές σελίδες βλέπω και τα μάτια μου πονάνε.
Λέξεις αγέννητες, σκόρπιες σκέψεις.
Στη βιασύνη της σύντομης ζωής μας χώρο γι' αυτές δεν αφήνουμε και
σκόνη μαζεύεται πάνω στο χαρτί.

Λευκές σελίδες νιώθω στο μυαλό μου.
Κι όταν μελάνι βρεθεί από τις σκέψεις μου να με λυτρώσει,
όνειρα κόκκινα πόθου θα γεμίσουν τις ατέλειωτες νύχτες μου.
Εκεί θα σκορπάω ώρες της ζωής μου
για να γεμίζω τις σελίδες με τ' όνομά σου.

Είναι ακριβό το βλέμμα που ζητάω,
είναι απαγορευμένες οι σκέψεις μου τη νύχτα.
Μα σαν η μέρα έρθει, το φως θα πέσει στις ξεχασμένες μου σελίδες.
Θα αναρωτιέμαι αν το φως της μέρας προτιμώ ή καταφύγιο θα βρίσκω στα ψέμματα της νύχτας.
Στο δίλημμα της φαντασίωσης θα φτάσω πάλι.

Κι ακόμα κι αν λέω πως αδύναμος ακόμη είμαι, την λογική μου θα φωνάξω με το ίδιο όνομα.
Θυμώντας τα λόγια τα αρχαία, πως δύσκολο άλλο στη ζωή δεν υπάρχει από το να ζεις,
τα όπλα μου θ' αρπάξω, γιατί της μάχης ηττημένος πια δεν θα 'μαι.
Ας παραδώσουν άλλοι λευκές σελίδες, της ζωή τους απομεινάρια.